Meaning of αγγούρι | Babel Free
/aŋˈɡu.ɾi/Ορισμοί
- ο κυλινδρικός κι επιμήκης καρπός της αγγουριάς, με άσπρη και τραγανή σάρκα που τρώγεται ωμός σε σαλάτες ή σε τουρσί
-
κάτι εξαιρετικά δύσκολο figuratively, slang
-
απάντηση που δίνεται σε κάτι που θεωρείται σαχλό plural, slang
-
ο άνθρωπος που δεν έχει κοινωνική ή πνευματική ευελιξία figuratively
-
το πέος figuratively, rare, slang
Ισοδύναμα
English
Cucumber
Παραδείγματα
“αγγούρια και ντομάτες σαλάτα”
cucumber and tomato salad
“Ο Γιάννης έκοψε φέτες αγγούρι για να φτιάξει ένα δροσιστικό σνακ.”
“Έχουμε πολλά αγγούρια στη δουλειά αυτή την εβδομάδα.”
“καθόταν και κοιτούσε σαν αγγούρι”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.