Σημασία του αγίνωτος | Babel Free
aˈʝi.no.tosΙσοδύναμα
العربية
نيء
Bosanski
bos
ham
makar
muda
nepripremljen
nespreman
nezreo
sirov
sirovo
zelen
zelen
зелен
зелен
незрео
неприпремљен
неспреман
сиров
сирово
Ελληνικά
άβραστος
άγουρος
ακάμωτος
ακατάρτιστος
αμαγείρευτος
αμελέτητος
αμέστωτος
ανέτοιμος
ανώριμος
απροπαράσκευος
ξεβράκωτος στ' αγγούρια
ξυπόλυτος στ' αγκάθια
πράσινος
ωμός
Français
incuit
Hrvatski
bos
ham
makar
muda
nekuhan
nepripremljen
nespreman
nezreo
sirov
sirovo
zelen
zelen
зелен
зелен
незрео
неприпремљен
неспреман
сиров
сирово
Latina
crudus
Latviešu
zaļš
Nederlands
ongekookt
Русский
сырой
Српски
bos
ham
makar
muda
nepripremljen
nespreman
nezreo
sirov
sirovo
zelen
zelen
зелен
зелен
незрео
неприпремљен
неспреман
сиров
сирово
Svenska
oförberedd
Tiếng Việt
cập rập
Παραδείγματα
“※ η Μιράντα ανεβασμένη στο μικρό τσιμεντένιο τοιχίο κόβει αγίνωτα σταφύλια της κληματαριάς, η Σολομονή βαστά τη σκάλα και η Κυβέλη αποσυρμένη στη σκιά ασχολείται διεξοδικά με το αρχινισμένο της μυθιστόρημα (Μιχάλης Γεννάρης, Ο σαξοφωνίστας, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)”
“※ Περιεργάστηκε με προσοχή το όμορφο, αγίνωτο σχεδόν γυναικείο της πρόσωπο. (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free