HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αγίνωτος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
aˈʝi.no.tos

Ορισμοί

  1. που δεν έχει ακόμη ωριμάσει, ανώριμος
  2. ανώριμος / ανέτοιμος
    figuratively

Ισοδύναμα

23 more languages

Παραδείγματα

“※ η Μιράντα ανεβασμένη στο μικρό τσιμεντένιο τοιχίο κόβει αγίνωτα σταφύλια της κληματαριάς, η Σολομονή βαστά τη σκάλα και η Κυβέλη αποσυρμένη στη σκιά ασχολείται διεξοδικά με το αρχινισμένο της μυθιστόρημα (Μιχάλης Γεννάρης, Ο σαξοφωνίστας, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)”
“※ Περιεργάστηκε με προσοχή το όμορφο, αγίνωτο σχεδόν γυναικείο της πρόσωπο. (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αγίνωτος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free