αγίνωτος
Ισοδύναμα
Françaisincuit
23 more languages
العربيةنيء
Bosanskiboshammakarmudanepripremljennespremannezreosirovsirovozelenзеленнезреонеприпремљеннеспремансировсирово
Ελληνικάάβραστοςάγουροςακάμωτοςακατάρτιστοςαμαγείρευτοςαμελέτητοςαμέστωτοςανέτοιμοςανώριμοςαπροπαράσκευοςξεβράκωτος στ' αγγούριαξυπόλυτος στ' αγκάθιαπράσινοςωμός
Hrvatskiboshammakarmudanekuhannepripremljennespremannezreosirovsirovozelenзеленнезреонеприпремљеннеспремансировсирово
Latinacrudus
Latviešuzaļš
Nederlandsongekookt
Русскийсырой
Српскиboshammakarmudanepripremljennespremannezreosirovsirovozelenзеленнезреонеприпремљеннеспремансировсирово
Svenskaoförberedd
Tiếng Việtcập rập
Παραδείγματα
“※ η Μιράντα ανεβασμένη στο μικρό τσιμεντένιο τοιχίο κόβει αγίνωτα σταφύλια της κληματαριάς, η Σολομονή βαστά τη σκάλα και η Κυβέλη αποσυρμένη στη σκιά ασχολείται διεξοδικά με το αρχινισμένο της μυθιστόρημα (Μιχάλης Γεννάρης, Ο σαξοφωνίστας, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)”
“※ Περιεργάστηκε με προσοχή το όμορφο, αγίνωτο σχεδόν γυναικείο της πρόσωπο. (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free