Meaning of αγίνωτος | Babel Free
/aˈʝi.no.tos/Ορισμοί
- που δεν έχει ακόμη ωριμάσει, ανώριμος
-
ανώριμος / ανέτοιμος figuratively
Παραδείγματα
“※ η Μιράντα ανεβασμένη στο μικρό τσιμεντένιο τοιχίο κόβει αγίνωτα σταφύλια της κληματαριάς, η Σολομονή βαστά τη σκάλα και η Κυβέλη αποσυρμένη στη σκιά ασχολείται διεξοδικά με το αρχινισμένο της μυθιστόρημα (Μιχάλης Γεννάρης, Ο σαξοφωνίστας, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)”
“※ Περιεργάστηκε με προσοχή το όμορφο, αγίνωτο σχεδόν γυναικείο της πρόσωπο. (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.