HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ωμός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Standard
/oˈmos/

Ορισμοί

  1. (για τρόφιμα, κρέας, λαχανικά) που δεν έχει ψηθεί ή δεν έχει βραστεί
  2. (σπάνιο, για καρπούς) που δεν έχει ωριμάσει ακόμη
  3. (για πηλό, πλίνθο, αγγείο) που δεν έχει ψηθεί ακόμη στο καμίνι
  4. χωρίς ευαισθησία και ευγένεια
    figuratively
  5. που δεν έχει ηθικές αναστολές ή αυτοσυγκράτηση

Παραδείγματα

“λεπτές στρώσεις ωμού μοσχαρίσιου κρέατος”

thin layer of raw beef

“※ Το φαγητό ήταν υπέροχο, όπως και χτες. Ωμή σαλάτα, ο ζωμός από τα σιγοβρασμένα όσπρια κι από κάτω ο πολτός των οσπρίων, με καυτερή πιπερίτσα, ρίγανη κ.α. μυρωδικά. Με τόσο νόστιμα χορτοφαγικά γεύματα, και κρεοφάγος αν ήσουν, θα εγκατέλειπες για πάντα την κρεοφαγία. (Ευάγγελος Γράψας, Ο Αχρημάς - Μέρος 1, Ο Καλαμάνθρωπος και τα Μαγικά Χαλιά του, εκδ. Ακακία, 2011 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9F_%CE%91%CF%87%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%AC%CF%82_%CE%9C%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82_1/2ry0BgAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AC%22&pg=PT39&printsec=frontcover)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ωμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course