HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of έλκω | Babel Free

Verb CEFR B1
/ˈelko/

Ορισμοί

  1. τραβώ προς το μέρος μου ένα σώμα (όντας ακίνητος), το σύρω, το σέρνω με άμεση ή έμμεση επαφή,
  2. ερωτική έλξη
  3. ασκώ από απόσταση βαρυτική, ηλεκτρική ή μαγνητική δύναμη σε ένα σώμα και το εξαναγκάζω να κινηθεί προς το μέρος μου
  4. ελκύω
  5. για να δηλωθεί καταγωγή

Ισοδύναμα

English Attract

Παραδείγματα

“Ο μαγνήτης έλκει το σίδηρο.”

The magnet attracts iron.

“Τα ομώνυμα απωθούνται, τα ετερώνυμα έλκονται.”

Like repels like and opposites attract. literally: homonymous repel, heteronymous attract.

“Το όχημα αυτό έλκει ημιρυμουλκούμενα.”

This vehicle tows semi-trailers.

“Έλκει την καταγωγή του από σπουδαία οικογένεια.”

S/he comes from a distinguished family.

“Με έλκει ο Γιώργος”
“Έλξατε : επιγραφή σε εισόδους που σημαίνει ότι για να ανοίξει η πόρτα πρέπει να τη σύρετε προς το μέρος σας και όχι να την σπρώξετε ή να την ωθήσετε)”
“σύρω ένα σώμα καθώς κινούμαι και το εξαναγκάζω να κινηθεί και αυτό”
“Τα ετερώνυμα έλκονται ενώ τα ομώνυμα απωθούνται”
“έλκω το γένος από ... : κατάγομαι από..., βαστάω από...”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See έλκω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course