Meaning of έλκω | Babel Free
/ˈelko/Ορισμοί
- τραβώ προς το μέρος μου ένα σώμα (όντας ακίνητος), το σύρω, το σέρνω με άμεση ή έμμεση επαφή,
- ερωτική έλξη
- ασκώ από απόσταση βαρυτική, ηλεκτρική ή μαγνητική δύναμη σε ένα σώμα και το εξαναγκάζω να κινηθεί προς το μέρος μου
- ελκύω
- για να δηλωθεί καταγωγή
Ισοδύναμα
English
Attract
Παραδείγματα
“Ο μαγνήτης έλκει το σίδηρο.”
The magnet attracts iron.
“Τα ομώνυμα απωθούνται, τα ετερώνυμα έλκονται.”
Like repels like and opposites attract. literally: homonymous repel, heteronymous attract.
“Το όχημα αυτό έλκει ημιρυμουλκούμενα.”
This vehicle tows semi-trailers.
“Έλκει την καταγωγή του από σπουδαία οικογένεια.”
S/he comes from a distinguished family.
“Με έλκει ο Γιώργος”
“Έλξατε : επιγραφή σε εισόδους που σημαίνει ότι για να ανοίξει η πόρτα πρέπει να τη σύρετε προς το μέρος σας και όχι να την σπρώξετε ή να την ωθήσετε)”
“σύρω ένα σώμα καθώς κινούμαι και το εξαναγκάζω να κινηθεί και αυτό”
“Τα ετερώνυμα έλκονται ενώ τα ομώνυμα απωθούνται”
“έλκω το γένος από ... : κατάγομαι από..., βαστάω από...”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.