HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← έλκω — definition

Conjugation of έλκω

Regular CEFR B1
ˈelko

ασκώ από απόσταση βαρυτική, ηλεκτρική ή μαγνητική δύναμη σε ένα σώμα και το εξαναγκάζω να κινηθεί προς το μέρος μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ έλκω
εσύ έλκεις
αυτός / αυτή / αυτό έλκει
εμείς έλκουμε
εσείς έλκετε
αυτοί / αυτές / αυτά έλκουν
Παρατατικός
εγώ είλκα
εσύ είλκες
αυτός / αυτή / αυτό είλκε
εμείς έλκαμε
εσείς έλκατε
αυτοί / αυτές / αυτά είλκαν
Αόριστος
εγώ είλξα
εσύ είλξες
αυτός / αυτή / αυτό είλξε
εμείς έλξαμε
εσείς έλξατε
αυτοί / αυτές / αυτά είλξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα έλξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ έλξω
εσύ έλξεις
αυτός / αυτή / αυτό έλξει
εμείς έλξουμε
εσείς έλξετε
αυτοί / αυτές / αυτά έλξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ έλκε
εσείς έλκετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έλξε
εσείς έλξτε
Απαρέμφατο αορίστου
έλξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ έλκομαι
εσύ έλκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό έλκεται
εμείς ελκόμαστε
εσείς έλκεστε
αυτοί / αυτές / αυτά έλκονται
Παρατατικός
εγώ ελκόμουν
εσύ ελκόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ελκόταν
εμείς ελκόμασταν
εσείς ελκόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά έλκονταν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς έλκεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έλξου
εσείς είτε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary