Conjugation of έλκω
ˈelkoασκώ από απόσταση βαρυτική, ηλεκτρική ή μαγνητική δύναμη σε ένα σώμα και το εξαναγκάζω να κινηθεί προς το μέρος μου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | έλκω |
| εσύ | έλκεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | έλκει |
| εμείς | έλκουμε |
| εσείς | έλκετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έλκουν |
Παρατατικός
| εγώ | είλκα |
| εσύ | είλκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | είλκε |
| εμείς | έλκαμε |
| εσείς | έλκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | είλκαν |
Αόριστος
| εγώ | είλξα |
| εσύ | είλξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | είλξε |
| εμείς | έλξαμε |
| εσείς | έλξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | είλξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα έλξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | έλξω |
| εσύ | έλξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | έλξει |
| εμείς | έλξουμε |
| εσείς | έλξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έλξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | έλκε |
| εσείς | έλκετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | έλξε |
| εσείς | έλξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | έλξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | έλκομαι |
| εσύ | έλκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | έλκεται |
| εμείς | ελκόμαστε |
| εσείς | έλκεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έλκονται |
Παρατατικός
| εγώ | ελκόμουν |
| εσύ | ελκόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ελκόταν |
| εμείς | ελκόμασταν |
| εσείς | ελκόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έλκονταν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | έλκεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | έλξου |
| εσείς | είτε |