Σημασία του άναυλα | Babel Free
Ορισμοί
απότομα, με το ζόρι, άρον-άρον, με αγωνία, με βία, με πολύ άγχος (συνήθως για κάποιον που μετακινείται από ή προς κάπου χωρίς να πληρώσει ναύλο για ευνόητους λόγους)
Ισοδύναμα
English
willy-nilly
Français
bon gré mal gré
Nederlands
tegen wil en dank
Svenska
hipp som happ
Türkçe
isteksizce
Tiếng Việt
lếu láo
Παραδείγματα
“Τον έδιωξε κακήν-κακώς από το σπίτι, άναυλα”
“Τον κουβαλήσανε στο δικαστήριο άναυλα”
“Αρρώστησε η μάνα μου και γυρίσαμε άναυλα στην Αθήνα”
“'Αναυλα εφύγαν τα πουλιά...”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free