HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άναυλα | Babel Free

Adverb CEFR B1

Ορισμοί

απότομα, με το ζόρι, άρον-άρον, με αγωνία, με βία, με πολύ άγχος (συνήθως για κάποιον που μετακινείται από ή προς κάπου χωρίς να πληρώσει ναύλο για ευνόητους λόγους)

Παραδείγματα

“Τον έδιωξε κακήν-κακώς από το σπίτι, άναυλα”
“Τον κουβαλήσανε στο δικαστήριο άναυλα”
“Αρρώστησε η μάνα μου και γυρίσαμε άναυλα στην Αθήνα”
“'Αναυλα εφύγαν τα πουλιά...”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άναυλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course