Meaning of άναυλα | Babel Free
Ορισμοί
απότομα, με το ζόρι, άρον-άρον, με αγωνία, με βία, με πολύ άγχος (συνήθως για κάποιον που μετακινείται από ή προς κάπου χωρίς να πληρώσει ναύλο για ευνόητους λόγους)
Παραδείγματα
“Τον έδιωξε κακήν-κακώς από το σπίτι, άναυλα”
“Τον κουβαλήσανε στο δικαστήριο άναυλα”
“Αρρώστησε η μάνα μου και γυρίσαμε άναυλα στην Αθήνα”
“'Αναυλα εφύγαν τα πουλιά...”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.