HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χείμαρρος | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/[ˈçimaɾos]/

Ορισμοί

  1. ποταμός που ρέει μόνο το χειμώνα ή που πάντως δημιουργείται μετά από βροχή ή από λιώσιμο των χιονιών και του πάγου
  2. ανδρικό όνομα
  3. η ακατάσχετη και ορμητική ομιλία αλλά και γενικά η παρόμοια ιδιοσυγκρασία -δεν συνδέεται ετυμολογικά και εννοιολογικά με την χίμαιρα

Ισοδύναμα

English flood Torrent

Παραδείγματα

“Ήταν χείμαρρος. Δεν προλάβαινες να τον διακόψεις για να αρθρώσεις ούτε λέξη!”
“Αυτή η γυναίκα είναι χείμαρρος (ορμάει σε ένα χώρο και επιβάλλεται με την παρουσία της, το λόγο της, το ασυγκράτητο ταμπεραμέντο της)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χείμαρρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course