Meaning of σώπα | Babel Free
/ˈso.pa/Ορισμοί
- β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
-
μη μου το λες! especially
-
δηλώνει δυσπιστία especially
-
δηλώνει ειρωνεία (στο γραπτό λόγο συνύθως ακολουθείται από θαυμαστικό (!) ή/και αποσιωπητικά (…) especially
Παραδείγματα
“Alternative form: σώπασε (sópase)”
“άλλη μορφή: τσώπα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.