HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σχολάω

Ρήμα CEFR C2 Specialized
sxoˈla.o

Ορισμοί

  1. (αμετάβατο) τελειώνω την καθημερινή δουλειά μου ή το μάθημά μου
  2. (αμετάβατο, μεταφορικά) απολύομαι
  3. (μεταβατικό) διώχνω κάποιον από τη δουλειά του συνήθως σε άλλη ώρα από την προκαθορισμένη
  4. (μεταβατικό, μεταφορικά) απολύω

Ισοδύναμα

9 more languages

Παραδείγματα

δεν πρόκειται να σχολάσουμε αν δεν τελειώσουμε όλο το βάψιμο”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σχολάω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free