Meaning of σχολάω | Babel Free
/sxoˈla.o/Ορισμοί
- (αμετάβατο) τελειώνω την καθημερινή δουλειά μου ή το μάθημά μου
- (αμετάβατο, μεταφορικά) απολύομαι
- (μεταβατικό) διώχνω κάποιον από τη δουλειά του συνήθως σε άλλη ώρα από την προκαθορισμένη
- (μεταβατικό, μεταφορικά) απολύω
Παραδείγματα
“δεν πρόκειται να σχολάσουμε αν δεν τελειώσουμε όλο το βάψιμο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.