HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σφιχτός

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
sfiˈxtos

Ορισμοί

  1. που περιβάλλει και κρατά κάτι ή κάποιον δυνατά, πιέζοντας, ώστε να μην μπορεί να κινηθεί
  2. που έχει σφιχτεί πολύ, που δεν ανοίγεται ή λύνεται εύκολα
  3. που περιέχει υγρασία σε μικρό βαθμό
  4. που έχει εξασκηθεί πολύ
  5. που δεν ξοδεύει εύκολα, που προσέχει υπερβολικά τα χρήματά του
    figuratively

Ισοδύναμα

27 more languages

Παραδείγματα

“σφιχτά παπούτσια”
“ένας σφιχτός κόμπος”
μια σφιχτή φούχτα”
“σφιχτά αυγά: αυγά που έχουν βράσει πολλή ώρα”
“σφιχτή σάλτσα: σάλτσα που έχει δέσει καλά”
“σφιχτοί μύωνες: μύωνες”
“ο γέρος είναι πολύ σφιχτός”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σφιχτός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free