σπάγγος
Ορισμοί
- άλλη γραφή του σπάγκος
- ανδρικό επώνυμο
Ισοδύναμα
21 more languages
DeutschBindfadenBrummbärEntenklemmerGeizhalsGeizkragenGriesgramKnickerMiesepeterSchmutzianSpielverderber
Esperantogrumblulo
हिन्दीबख़ील
日本語意地の悪い人
한국어꼰대
Te Reo Māorikaikoropeke
Македонскинамќор
Türkçecamgöz
Παραδείγματα
“※ Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ ἡ γυναίκα τοῦ Παρνασσοῦ πάει νʼ ἀγοράσει κάτι χρειαζούμενο ἀπὸ ἕνα μαγαζάκι ἐκεῖ κοντά. Εἶναι κι αὐτὸ ἕνα καλύβι, προσφυγόσπιτο. Στὸ παραθύρι τοῦ καλυβιοῦ, πίσω ἀπʼ τὸ τζάμι, εἶναι ἀραδιασμένα, κρεμασμένα ἀπὸ σπάγγο, τὰ πράματα: κόλλες, φάκελλοι, κουβαρίστρες, κορδέλλες χρωματιστές, ἄλλα πολλά.”
“※ Ὄχι παπούτσια ἕτοιμα ἀλλά ὑλικό γιά ἕνα ἤ δυό ζευγάρια: σόλες, πανωδέρματα, βάρδουλα, κορδόνια - Βάλε καί σπάγγο, θά τούς ἔμεινε σπάγγος ἐκεῖ πέρα; Ὡς καί κεράκια γιά φινίρισμα βάζανε, Γιατί πετσιά καί ὄχι παπούτσια δέν τό κατάλαβα. Μπορεῖ νά εἶχαν ξεχάσει πιά τί μέγεθος φοροῦσαν οἱ δικοί τους. (Έλλη Αλεξίου, Ανθολογία ελληνικής αντιστασιακής λογοτεχνίας, 1941-1944, 1965, σελ. 394)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free