Meaning of Σκόπια | Babel Free
/ˈskopça/Ορισμοί
- η εποπτική θέση παρατήρησης, φύλαξης και φρούρησης μιας συγκεκριμένης περιοχής ή χώρου
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- η πρωτεύουσα της Βόρειας Μακεδονίας
- ο σχετικός χώρος που στέκεται ο σκοπός, ο φρουρός
-
το κράτος της Βόρειας Μακεδονίας colloquial, offensive
- η υπηρεσία του σκοπού, η φρούρηση
-
ο σκοπός, ο φρουρός figuratively
-
η οπτική γωνία, η φιλοσοφική, πολιτική κ.ά. πλευρά ή θέση απ’ την οποία κάποιος βλέπει και προσεγγίζει τα πράγματα figuratively
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.