Meaning of Σκοπιανός | Babel Free
/sko.pçaˈnos/Ορισμοί
-
ο Βορειομακεδόνας, Σλαβομακεδόνας, ο πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας απαξιωτικά offensive
-
που είναι κάτοικος ή κατάγεται από πόλη που ονομάζεται Σκοπός, όπως η κωμόπολη Νέος Σκοπός των Σερρών ή οΣκοπό της Ανατολικής Θράκης (το σημερινό Üsküp της επαρχίας Κιρκλάρελι στην Τουρκία) demonym
-
που κατοικεί στα Σκόπια, την πρωτεύουσα της Βόρειας Μακεδονίας, ή κατάγεται από εκεί demonym
Ισοδύναμα
English
Skopjan
Παραδείγματα
“※ ’Στον παλιό Σκοπό είχαν πολλές εκκλησίες και μοναστήρια κι έκαναν πολλά πανηγύρια. Οι Σκοπιανοί φίλοι του Διονύσου, ζηωροί και εύθυμοι με πολύ κέφι γλεντούσαν ’ς τα πανηγύρια τους”
“※ [ως επίθετο: σκοπιανός Η προγονική ρίζα των γονιών μου ήταν απ’ τις διακεκριμένες οικογένειες του χωριού μας, ο Σκοπός της Ανατολικής Θράκης. […] Ήταν ένα όμορφο χωριό, που διακρίνονταν οι κάτοικοί του για την εργατικότητα, τιμιότητα και την εθνική και πολιτιστική των δραστηριότητα. Όλα αυτά τα έμαθα τώρα τελευταία, στις δέκα του Οκτώβρη στα 1976, απ' τον Σκοπιανό δάσκαλο του χωριού Νέος Σκοπός του νομού Σερρών”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.