Meaning of σκλήθρο | Babel Free
/ˈskli.θɾo/Ορισμοί
- φυλλοβόλος θάμνος ή δέντρο, του γένους Alnus, με ωοειδή ή ελλειπτικά οδοντωτά φύλλα και με μικρά πράσινα άνθη που σχηματίζουν ίουλους
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- μικρό μυτερό κομματάκι ξύλου
Ισοδύναμα
English
Alder
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.