Meaning of σκαπανέας | Babel Free
Ορισμοί
-
πρόσωπο που εργάζεται με τη σκαπάνη, που έχει ως κύριο εργαλείο της δουλειάς του τη σκαπάνη, σκαφτιάς rare
- ειδικότητα στο στρατό ξηράς, κυρίως στο Μηχανικό
-
στρατιώτης του Μηχανικού figuratively
-
πρωτοπόρος, αυτός που ανοίγει δρόμους σε έναν τομέα feminine, figuratively, masculine
Ισοδύναμα
English
Sapper
Παραδείγματα
“στη μονάδα υπήρχαν και δύο σκαπανείς Πεζικού”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.