Meaning of καινοτομώ | Babel Free
/ce.no.toˈmo/Ορισμοί
δημιουργώ, προτείνω ή εισάγω κάτι το πρωτοποριακό, τελείως καινούριο ή ριζικά διαφορετικό από αυτά που υπήρχαν παλιότερα, κάτι που αποτελεί τομή σε σχέση με το παρελθόν
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.