Meaning of πρωτοπόρος | Babel Free
/pɾo.toˈpo.ɾos/Ορισμοί
- που προπορεύεται, που βρίσκεται μπροστά
- που πετυχαίνει σε ό,τι καταπιάνεται και διακρίνεται
- που εφαρμόζει νέες, καινούριες τεχνικές, μεθόδους, γνώσεις ή έχει νέες ιδέες κι οι άλλοι τον ακολουθούν
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.