Σημασία του σαρδάμ | Babel Free
saɾˈðamΟρισμοί
η λανθασμένη εκφορά λέξεων από έναν ομιλητή, κατά την οποία προφέρει λέξεις που δεν υπάρχουν -δημιουργώντας τις συνήθως από αναγραμματισμό των λέξεων που θέλει να πει- ή χρησιμοποιεί άλλες αντ' άλλων
Ισοδύναμα
Galego
espelir
Italiano
peluria
日本語
まずる
Русский
искажать
исказить
исковеркать
искриви́ть
искривля́ть
коверкать
подтасовать
подтасовывать
пушинка
спутать
Svenska
tabbe
Παραδείγματα
“※ Το σαρδάμ δεν πέρασε απαρατήρητο: Ο Γ. Παπακωνσταντίνου στη ροή του λόγου μπέρδεψε τις λέξεις «συγκάλεσα» και «συγκάλυψα». Αυτό προκάλεσε κι άλλα σχόλια.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free