σάτιρα
Ορισμοί
- είδος της λατινικής ποίησης με ποικίλο (satur) αρχικά δραματικό και εν συνεχεία διδακτικό και συνήθως σατιρικό, σκωπτικό ή χλευαστικό περιεχόμενο. Πρωτογράφτηκε από τον Ρωμαίο ποιητή Έννιο και στη συνέχεια από τους Λουκίλιο, Οράτιο, Πέρσιο και Γιουβενάλη. Δεν έχει σχέση με το σατυρικό δράμα.
- λογοτεχνικό/θεατρικό είδος σε έμμετρο ή πεζό λόγο, στο οποίο διακωμωδούνται, παρωδούνται, καυτηριάζονται ή αναδεικνύονται δημόσια ή ιδιωτικά ήθη, χαρακτήρες, καταστάσεις, πρόσωπα κ.ά.
Ισοδύναμα
43 more languages
Българскисатира
Cymraegenllib
Dansksmædeskrift
Deutsch(schriftlich) verleumdenPamphletSatireschmähenSchmähschriftschriftliche VerleumdungSpottschriftverspotten
Ελληνικάδιακωμώδηση
Gaeilgeaoir
Gàidhligaoir
हिन्दीव्यंग
Magyarrágalmaz
ქართულისატირა
မြန်မာသရော်စာ
Русскийдискредитироватьдиффамацияжалобаисковое заявле́ниеклеветаклеветатьнаклевета́тьоклевета́тьопозоритьпамфлетпасквильпасквилянтствоватьпозоритьсатира
Shqipsatirë
Kiswahilitashtiti
ไทยการเสียดสี
ئۇيغۇرچەھەجۋە
Tiếng Việtchâm biếm
Παραδείγματα
“Η ποιητική συλλογή Σάτιρες του λατίνου ποιητή Γιουβενάλη γράφτηκε στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ.”
“※ Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης με τη χυμώδη σάτιρά του «Ο μπαμπάς ο πόλεμoς» κλείνει μια τριλογία”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free