Σημασία του σάτιρα | Babel Free
Ορισμοί
- είδος της λατινικής ποίησης με ποικίλο (satur) αρχικά δραματικό και εν συνεχεία διδακτικό και συνήθως σατιρικό, σκωπτικό ή χλευαστικό περιεχόμενο. Πρωτογράφτηκε από τον Ρωμαίο ποιητή Έννιο και στη συνέχεια από τους Λουκίλιο, Οράτιο, Πέρσιο και Γιουβενάλη. Δεν έχει σχέση με το σατυρικό δράμα.
- λογοτεχνικό/θεατρικό είδος σε έμμετρο ή πεζό λόγο, στο οποίο διακωμωδούνται, παρωδούνται, καυτηριάζονται ή αναδεικνύονται δημόσια ή ιδιωτικά ήθη, χαρακτήρες, καταστάσεις, πρόσωπα κ.ά.
Ισοδύναμα
Български
сатира
Cymraeg
enllib
Dansk
smædeskrift
Deutsch
(schriftlich) verleumden
Pamphlet
Satire
schmähen
Schmähschrift
schriftliche Verleumdung
Spottschrift
verspotten
Ελληνικά
διακωμώδηση
Gaeilge
aoir
Gàidhlig
aoir
हिन्दी
व्यंग
Magyar
rágalmaz
ქართული
სატირა
မြန်မာဘာသာ
သရော်စာ
Русский
дискредитировать
диффамация
жалоба
исковое заявле́ние
клевета
клеветать
наклевета́ть
оклевета́ть
опозорить
памфлет
пасквиль
пасквилянтствовать
позорить
сатира
Shqip
satirë
Kiswahili
tashtiti
ไทย
การเสียดสี
ئۇيغۇرچە
ھەجۋە
Tiếng Việt
châm biếm
Παραδείγματα
“Η ποιητική συλλογή Σάτιρες του λατίνου ποιητή Γιουβενάλη γράφτηκε στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ.”
“※ Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης με τη χυμώδη σάτιρά του «Ο μπαμπάς ο πόλεμoς» κλείνει μια τριλογία”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free