ράμπα
Ορισμοί
- κεκλιμένο επίπεδο, διάδρομος με κλίση
- γυναικείο επώνυμο
Ισοδύναμα
EnglishRamp
18 more languages
Bosanskiсклон
Hrvatskiсклон
Bahasa Melayutanjakan
Русскийаппарельбушеватьвстать на дыбылежачий полицейскиймошенствонеи́стовствоватьпандусскатсклонстоя́ть на за́дних ла́пахсъездтрапчеремша́ кана́дская
Српскисклон
Svenskaramp
Українськапандус
Παραδείγματα
“※ Είναι ένας λόφος χιονισμένος, με ένα άνοιγμα στο πλάϊ του. Μια μεγάλη ράμπα, με ήπια κατηφορική κλίση, οδηγεί στο εσωτερικό του. Η ράμπα είναι καθαρή και άνετη, ώστε και οι πιο ηλικιωμένοι να μπορούν να την κατέβουν. (Τάσος Παπαναστασίου, Η σιωπή δεν σε κρατά ζωντανό, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)”
“※ (καθαρεύουσα) Πάνω στὸ προσκήνιο ὁδηγοῦσαν δύο ράμπες μιὰ ἀπὸ ἀριστερὰ καὶ μιὰ ἀπὸ δεξιά, καθὼς καὶ μιὰ τουλάχιστον πόρτα ἀπὸ τὸν ψηλότερο τοῖχο τῆς κυρίως σκηνῆς. Κάτω ἀπὸ τὶς ράμπες, δεξιὰ κι ̓ ἀριστερά, ὑπῆρχε ἀπὸ ἕνα μικρὸ δωμάτιο ποῦ ἀνοιγόταν μὲ πόρτα πρὸς τὰ ἐμπρός. (Νικόλαος Φαράκλας, Έπιδαυρία, Αθηναϊκό Κέντρο Οικιστικής, 1972)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free