πρόθυμα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρόθυμος
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Τα παιδιά βοήθησαν πρόθυμα στο σφουγγάρισμα.”
The children helped willingly with the mopping.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free