HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πίθηκος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Standard

Ορισμοί

  1. πρωτεύων θηλαστικό που ανήκει στην υπεροικογένεια των Aνθρωποειδών (π.χ. γίββωνας, χιμπατζής, ουραγκοτάγκος, άνθρωπος).
  2. άσχημος άντρας, συνήθως πολυ τριχωτός
    figuratively

Ισοδύναμα

33 more languages

Παραδείγματα

“Ο πίθηκος αναρριχήθηκε γρήγορα στο δέντρο.”

The ape climbed quickly up the tree.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πίθηκος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free