Meaning of πέπλο | Babel Free
/ˈpe.plo/Ορισμοί
απαλό ύφασμα (από τούλι) το οποίο το φοράει συνήθως σε ένα γάμο η νύφη
Ισοδύναμα
English
veil
Παραδείγματα
“το πέπλο της νύφης”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.