Meaning of πεπλόγλαυκα | Babel Free
/peˈplo.ɣlaf.ka/Ορισμοί
γενική ονομασία για γλαυκόμορφα πουλιά που ανήκουν στους Τυτονίδες (Tytonidae), όπως οι κουκουβάγιες
Ισοδύναμα
English
barn owl
Παραδείγματα
“※ Η τυτώ (ή πεπλόγλαυκα) δεν θεωρείται απειλούμενο είδος στη χώρα μας. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η εξάπλωσή της περιορίζεται συνεχώς. (Η τυτώ ξανασυστήνεται, 4/6/2018, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, https://www.kathimerini.gr/k/k-magazine/967019/i-tyto-xanasystinetai/)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.