Meaning of μύξα | Babel Free
/ˈmiksa/Ορισμοί
- η βλεννώδης ουσία που εκκρίνεται από τη μύτη όταν κάποιος είναι κρυωμένος
-
κάθε ουσία που μοιάζει στην υφή με τη μύξα που εκκρίνεται από τη μύτη general
Ισοδύναμα
English
Snot
Παραδείγματα
“Σταματά να τρως τις μύξες σου.”
Stop eating your snot.
“Μην τρως το φαΐ που έφτιαξε αυτή η μύξα.”
Don't eat the food that slob made you.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.