Meaning of μπεζές | Babel Free
/beˈzes/Ορισμοί
- γλύκισμα που φτιάχνεται από ψημένη μαρέγκα και συνήθως έχει περίπου σφαιρικό σχήμα
- ανδρικό επώνυμο
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπέζα accusative, nominative, plural, vocative
- γλύκισμα που αποτελείται από δύο μπεζέδες από μαρέγκα και ενδιάμεσα έχει κάποια κρέμα
Ισοδύναμα
English
Meringue
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.