Meaning of μαρέγκες | Babel Free
Ορισμοί
- κλασικό γλύκισμα από πολτό αυγών χτυπημένων με ζάχαρη που με το χωνάκι του δίνουμε διάφορες φόρμες (σαν μικρές σφαίρες συνήθως) και του προσθέτουμε άχνη ζάχαρη και επικάλυψη τριμμένης σοκολάτας (ή ξηρών καρπών). Στη συνέχεια ψήνουμε λιγο ώστε κάπως να ξεραθεί και μετά μπορεί να προστεθεί από πάνω σαντιγί ή μαρμελάδα ανάλογα με τη συνταγή που προτιμά ο καθένας
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρέγκα accusative, nominative, plural, vocative
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.