Meaning of μπαμπέσης | Babel Free
/baˈbe.sis/Ορισμοί
άνθρωπος που είναι πανούργος, δόλιος, άτιμος, ύπουλος· (κυριολεκτικά) άτομο χωρίς μπέσα
Παραδείγματα
“※ 20ος αιώνας, ⌘ Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα [μυθιστόρημα], Αθήνα 1983, εκδόσεις: Κέδρος, αρχική έκδοση: 1962 @google.gr/books”
“※ Έρωτας με χτύπησε τρελός χάνονται τα λόγια και οι λέξεις. Έρωτας με χτύπησε τρελός έρωτας με χτύπησε μπαμπέσης.”
“※ Αρκούσαν λίγα δευτερόλεπτα για να μου καταφέρει ο μπαμπέσης το προσχεδιασμένο πισώπλατο χτύπημά του. (Ιερώνυμος Λύκαρης, Το ρομάντζο των καθαρμάτων, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.