μπαμπέσης
Ορισμοί
άνθρωπος που είναι πανούργος, δόλιος, άτιμος, ύπουλος· (κυριολεκτικά) άτομο χωρίς μπέσα
Ισοδύναμα
18 more languages
Catalàenganyós
Galegoenganoso
עבריתשִׁקְרִי
हिन्दीभ्रामक
Magyarmegtévesztő
Italianoingannevole
日本語欺瞞的
Polskiprzewrotnie
Русскийобманчивый
Türkçeyanıltıcı
Παραδείγματα
“※ 20ος αιώνας, ⌘ Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα [μυθιστόρημα], Αθήνα 1983, εκδόσεις: Κέδρος, αρχική έκδοση: 1962 @google.gr/books”
“※ Έρωτας με χτύπησε τρελός χάνονται τα λόγια και οι λέξεις. Έρωτας με χτύπησε τρελός έρωτας με χτύπησε μπαμπέσης.”
“※ Αρκούσαν λίγα δευτερόλεπτα για να μου καταφέρει ο μπαμπέσης το προσχεδιασμένο πισώπλατο χτύπημά του. (Ιερώνυμος Λύκαρης, Το ρομάντζο των καθαρμάτων, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free