Meaning of μερίδα | Babel Free
/meˈɾiða/Ορισμοί
- τμήμα ενός συνόλου
- πόλη της Ισπανίας
- ποσότητα από το σύνολο ενός φαγώσιμου που αναλογεί σε κάθε άτομο ενός συνόλου
-
η συγκεκριμένη ποσότητα του κάθε φαγώσιμου που σερβίρεται στα καταστήματα σαν μονάδα especially
- ο λογιστικός λογαριασμός που σχετίζεται με έναν συναλλασσόμενο ή ένα εμπόρευμα
Παραδείγματα
“Μια μερίδα της κοινής γνώμης δε συμφωνεί με τον πρωθυπουργό.”
A portion of the public doesn't agree with the prime minister.
“Μια μερίδα τηγανητές πατάτες και μια κόκα κόλα, παρακαλώ.”
A portion of chips and a coke, please.
“μια μερίδα των βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος δεν θεωρεί σωστά τα μέτρα”
“χώρισα την τούρτα σε τόσες μερίδες όσες και οι καλεσμένοι αλλά βγαίνουν μικρές”
“πάντα παραγγέλνω μια μερίδα φέτα ξεχωριστά από τη σαλάτα”
“στο καινούριο εστιατόριο χρεώνουν τη μερίδα πιο ακριβά ενώ είναι μικρότερη απ' του κυρ Κώστα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.