Meaning of μαζεύω | Babel Free
/maˈze.vo/Ορισμοί
- συγκεντρώνω
- ομαδοποιώ έμψυχα και άψυχα, μονάδες που είναι σκόρπιες τις συλλέγω, τις τακτοποιώ ή τις αποθηκεύω
- παίρνω κάτι από κάπου που δεν είναι η θέση του
- ζητώ από κάποιον να δείξει συστολή, να περιοριστεί, ανακαλώ στην τάξη
- μικραίνω, κονταίνω, συρρικνώνω, συστέλλω
-
κερδίζω στο καζίνο, στα χαρτιά slang
- μαζεύομαι
Παραδείγματα
“Η συγκέντρωση μάζεψε κόσμο στην πλατεία”
“Θα μαζευτούμε στου Κώστα”
“Δεν πας στην πλατεία να μαζέψεις καμιά φορά τα παιδιά στο σπίτι;”
“μάζεψα τα μαλλιά μου”
“μαζεύουμε ραδίκια, ελιές, μαζεύει' τ' αρνιά στο μαντρί”
“μαζεύω γραμματόσημα”
“μαζεύω χρήματα για τις διακοπές”
“Μάζεψε τις κάλτσες σου από την κουζίνα!”
“Εσκυψα και μάζεψα τα πεσμένα χαρτιά ενώ τα είχε ρίξει άλλος.”
“μαζέψου λίγο!, μάζευ' τη γλώσσα σου!”
“Μάζεψε τα πόδια μου για να περάσει ο ηλικιωμένος.”
“Μάζεψε τα κουλά σου και μην τα ξαναπλώσεις στο παιδί!”
“Δεν θα μαζευτείς σπίτι καμιά φορά;”
“Τη φλέρταρε, αλλά μαζεύτηκε όταν έμαθε ότι ενδιαφερόταν για εκείνην ο καλύτερος φίλος του.”
“Θα σου τον μαζέψω εγώ. Θα δει αυτός!”
“ο ράφτης μάζεψε το παντελόνι”
“Το πουλόβερ μάζεψε στην πλύση και δε μου χωράει πια.”
“τους τα μάζεψα, μάζεψα όλο το χαρτί (το χρήμα δηλαδή)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.