Conjugation of μαζεύω
maˈze.voομαδοποιώ έμψυχα και άψυχα, μονάδες που είναι σκόρπιες τις συλλέγω, τις τακτοποιώ ή τις αποθηκεύω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μαζεύω |
| εσύ | μαζεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαζεύει |
| εμείς | μαζεύουμε |
| εσείς | μαζεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαζεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | μάζευα |
| εσύ | μάζευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μάζευε |
| εμείς | μαζεύαμε |
| εσείς | μαζεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μάζευαν |
Αόριστος
| εγώ | μάζεψα |
| εσύ | μάζεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μάζεψε |
| εμείς | μαζέψαμε |
| εσείς | μαζέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μάζεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μαζέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μαζέψω |
| εσύ | μαζέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαζέψει |
| εμείς | μαζέψουμε |
| εσείς | μαζέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαζέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μάζευε |
| εσείς | μαζεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μάζεψε |
| εσείς | μαζέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μαζέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μαζεύομαι |
| εσύ | μαζεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαζεύεται |
| εμείς | μαζευόμαστε |
| εσείς | μαζεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαζεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | μαζευόμουν |
| εσύ | μαζευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαζευόταν |
| εμείς | μαζευόμασταν |
| εσείς | μαζευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαζεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | μαζεύτηκα |
| εσύ | μαζεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαζεύτηκε |
| εμείς | μαζευτήκαμε |
| εσείς | μαζευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαζεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μαζευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μαζευτώ |
| εσύ | μαζευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαζευτεί |
| εμείς | μαζευτούμε |
| εσείς | μαζευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαζευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μαζεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μαζέψου |
| εσείς | μαζευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μαζευτεί |