Σημασία του μάζεψαν | Babel Free
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
Παραδείγματα
“Οι εργάτες μάζεψαν τη σοδειά πριν τη βροχή.”
The workers gathered the harvest before the rain.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free