HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ληστής

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C1 Standard
liˈstis

Ορισμοί

  1. το άτομο που κάνει ληστεία
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. το μέλος μιας συμμορίας που δρούσε στην ύπαιθρο, ληστεύοντας ή απάγοντας περαστικούς
  4. το άτομο που αποκτά χρήματα με αισχροκέρδεια
    figuratively

Ισοδύναμα

27 more languages

Παραδείγματα

“Αδίστακτοι ληστές εδειραν και λήστεψαν 90-χρονη.”

Ruthless thieves beat and robbed a 90-year-old.

“Η αστυνομία καταζητεί τον ένοπλο ληστή.”

Ongoing police search for the armed robber.

“Τίτλος θεατρικού έργου: «Οι Ληστές» του γερμανού ποιητή Φρίντριχ Σίλλερ”

Theatrical play title: The Robbers by the German poet Friedrich Schiller

“Tα βουνά ήταν κρησφύγετα των ληστών.”

The mountains were hiding places of the robbers.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ληστής σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free