Meaning of λεύκωμα | Babel Free
Ορισμοί
- βιβλίο με λευκές σελίδες που περιέχει εικόνες/φωτογραφίες κι είναι συνήθως ειδικής εκδόσεως, περιλαμβάνοντας κείμενα όπως μαρτυρίες, σχόλια, κρίσεις και περιγραφές περί συγκεκριμένων θεμάτων, γεγονότων, τόπων, επιφανών προσώπων, ιστορικών κ.λπ.
-
τετράδιο όπου γράφουν φιλικά του πρόσωπα σύντομες αφιερώσεις και καλές ευχές προς τον κάτοχό του especially
- σύνθετη οργανική ένωση, θρεπτική ουσία των κυττάρων
-
το ασπράδι του αβγού especially
- θαμπή λευκή κηλίδα ευρισκομένη στον κερατοειδή του οφθαλμού εξαιτίας νόσου ή τραύματος
-
η λευκωματουρία ή πρωτεϊνουρία rare
Ισοδύναμα
English
Albumen
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.