Meaning of κύρωση | Babel Free
/ˈci.ro.si/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- η ενέργεια του κυρώνω, η επικύρωση
- τιμωρία ή μέτρα εναντίον κάποιου λόγω της παράβασης ενός κανονισμού, των όρων μιας συμφωνίας, μιας διεθνούς συνθήκης κ.λπ.
Παραδείγματα
“διοικητική κύρωση”
administrative sanction
“οικονομικές κυρώσεις”
economic sanctions
“η παράβαση των κανονισμών επισύρει διοικητικές κυρώσεις”
“※ Οι κυρώσεις ήταν βαριές, ακόμα και ισόβια κάθειρξη! (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.