HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κύρωση | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈci.ro.si/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. η ενέργεια του κυρώνω, η επικύρωση
  3. τιμωρία ή μέτρα εναντίον κάποιου λόγω της παράβασης ενός κανονισμού, των όρων μιας συμφωνίας, μιας διεθνούς συνθήκης κ.λπ.

Ισοδύναμα

English penalty sanction

Παραδείγματα

“διοικητική κύρωση”

administrative sanction

“οικονομικές κυρώσεις”

economic sanctions

“η παράβαση των κανονισμών επισύρει διοικητικές κυρώσεις”
“※ Οι κυρώσεις ήταν βαριές, ακόμα και ισόβια κάθειρξη! (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κύρωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course