Meaning of κόγχη | Babel Free
ˈkoŋ.çiΟρισμοί
- ημικυκλική εσοχή σε τοίχο κτίσματος ή ναού, που έχει κυρίως διακοσμητικό χαρακτήρα
- κοιλότητα του σώματος
- είδος κοιλώματος κοντό σε κορυφή βουνού
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Η μικροσκοπική εξέταση αποκάλυψε όμως κάποια αδιόρατα σημάδια στην οφθαλμική κόγχη που πρέπει να δημιουργήθηκαν από μακρόχρονη επαφή. (εφημεδίρα Το Βήμα)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.