Σημασία του κυρίαρχος | Babel Free
ciˈɾi.aɾ.xosΟρισμοί
που έχει την κυριαρχία, που κυριαρχεί, που έχει την εξουσία, αποφασίζει και ορίζει, ελέγχει καταστάσεις
Ισοδύναμα
Français
dominant
Dominant
Dominant
prédominant
prédominant
prépondérant
prépondérant
souverain
souverain
souveraine
sovereign
한국어
독립되다
Nederlands
oppermachtig
ไทย
เด่น
Παραδείγματα
“※ τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού & Γενικής Παιδείας, 1979, σελ. 95)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free