HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κυριαρχικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που αναφέρεται στην κυριαρχία, στην εξουσία, στη δυνατότητα να ελέγχει, να ορίζει κάποιος καταστάσεις
  2. που επιθυμεί να κυριαρχεί, ο αυταρχικός

Παραδείγματα

“τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας”
“είναι κυριαρχικός τύπος”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κυριαρχικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course