Meaning of κυριαρχικός | Babel Free
Ορισμοί
- που αναφέρεται στην κυριαρχία, στην εξουσία, στη δυνατότητα να ελέγχει, να ορίζει κάποιος καταστάσεις
- που επιθυμεί να κυριαρχεί, ο αυταρχικός
Παραδείγματα
“τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας”
“είναι κυριαρχικός τύπος”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.