HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουφός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1 Standard
/kuˈfos/

Ορισμοί

  1. ανόητος, ελαφρός, χωρίς σοβαρότητα, επιπόλαιος
    archaic
  2. εκείνος που έχει χάσει την ακοή του.
  3. το ουδέτερο ως ουσ: Το κουφό .

Παραδείγματα

“Ένας άξιος μαραγκός που κατέχει καλά τη δουλειά του και πιστεύει σ’ αυτήν είναι πολύ πιο ολοκληρωμένος και αξιοσέβαστος άνθρωπος από έναν κούφο πρύτανη ή έναν κακό πρωθυπουργό. (Γιώργος Θεοτοκάς, Στοχασμοί και θέσεις, τ. Β’, 1950-1966, εκδ. Εστία)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουφός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course