Meaning of κουφός | Babel Free
/kuˈfos/Ορισμοί
-
ανόητος, ελαφρός, χωρίς σοβαρότητα, επιπόλαιος archaic
- εκείνος που έχει χάσει την ακοή του.
- το ουδέτερο ως ουσ: Το κουφό .
Παραδείγματα
“Ένας άξιος μαραγκός που κατέχει καλά τη δουλειά του και πιστεύει σ’ αυτήν είναι πολύ πιο ολοκληρωμένος και αξιοσέβαστος άνθρωπος από έναν κούφο πρύτανη ή έναν κακό πρωθυπουργό. (Γιώργος Θεοτοκάς, Στοχασμοί και θέσεις, τ. Β’, 1950-1966, εκδ. Εστία)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.