Meaning of κουρέλι | Babel Free
/kuˈɾe.li/Ορισμοί
- ημιορεινό χωριό στη νότια Άνδρου
- κομμάτι ύφασμα που είναι πολύ παλιό και πολύ φθαρμένο
-
κακό ή παλιό ρούχο figuratively, offensive
-
αντικείμενο από χαρτί που είναι σκισμένο και λερωμένο broadly
-
χαρακτηρισμός ανθρώπου που έχει υποστεί ηθική ή σωματική ταλαιπωρία σε μεγάλο βαθμό figuratively
Ισοδύναμα
English
Rag
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.