Meaning of κλώσσα | Babel Free
/ˈklosa/Ορισμοί
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κλώσσας
- ετυμολογική γραφή του κλώσα
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κλώσσας
Παραδείγματα
“Η κλώσσα φροντίζει τα κλωσσοπούλια της.”
The broody hen is looking after her chicks.
“Μην την ακούς, την γριά κλώσσα!”
Don't listen to her, the old biddy!
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.