Meaning of καύκαλο | Babel Free
Ορισμοί
- το κεφάλι, το κρανίο
- το όστρακο, το καβούκι της χελώνας
-
το τμήμα που έχει σκληρύνει σε μια πληγή vulgar
-
η πόσθη vulgar
Ισοδύναμα
English
carapace
Παραδείγματα
“... (ο ουρανός) μας τσιγάριζε το καύκαλο... (Συννεφιάζει, Μ. Λουντέμης)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.