HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καρυδιά | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/[kariðʝˈa]/

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρύδι
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. το φυλλοβόλο δέντρο του γένους Juglans, με μεγάλα φύλλα και με καρπό το καρύδι· καλλιεργείται και για το καρπό και για το ξύλο του
  4. το ξύλο αυτού του δέντρου

Παραδείγματα

“έφτιαξε τραπεζαρία από καρυδιά”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καρυδιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course