HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καρυδιά

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
[kariðʝˈa]

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρύδι
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. το φυλλοβόλο δέντρο του γένους Juglans, με μεγάλα φύλλα και με καρπό το καρύδι· καλλιεργείται και για το καρπό και για το ξύλο του
  4. το ξύλο αυτού του δέντρου

Ισοδύναμα

19 more languages

Παραδείγματα

“έφτιαξε τραπεζαρία από καρυδιά”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καρυδιά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free