Meaning of καρυδιά | Babel Free
/[kariðʝˈa]/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρύδι accusative, nominative, plural, vocative
- γυναικείο επώνυμο
- το φυλλοβόλο δέντρο του γένους Juglans, με μεγάλα φύλλα και με καρπό το καρύδι· καλλιεργείται και για το καρπό και για το ξύλο του
- το ξύλο αυτού του δέντρου
Παραδείγματα
“έφτιαξε τραπεζαρία από καρυδιά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.