Meaning of μανταρινιά | Babel Free
/man.daɾiˈɲa/Ορισμοί
- αειθαλές δέντρο (λατινικό όνομα Citrus reticulata) με αγκάθια και σκουροπράσινα λογχοειδή φύλλα· κατάγεται από την νοτιοανατολική Ασία και παράγει το μανταρίνι, φρούτο που μοιάζει πολύ με το πορτοκάλι
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανταρίνι accusative, nominative, plural, vocative
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.