κάμψη
Ορισμοί
- το αποτέλεσμα ή η επενέργεια του κάμπτω
-
το λύγισμα: especially, general
-
του σώματος ή μέλους του especially, general
-
καμπύλωση ή παραμόρφωση αντικειμένου με επίμηκες σχήμα, ως αποτέλεσμα επίδρασης κάθετων δυνάμεων ή ροπών πάνω σε αυτό especially, general
- η μείωση της δύναμης ή της έντασης με την οποία επιτελείται μια λειτουργία ή χαρακτηρίζεται μια διαδικασία, ένα γεγονός, φαινόμενο κ.ο.κ.· υποχώρηση
Ισοδύναμα
38 more languages
Cymraegymwthiad
Ελληνικάλύγισμα
Suomietunojapunnerrusjoustaminenjoustoliikekäännekaartaminenkaartuminenkäyristäminenkäyristyminenkäyristyskoukistaminenkoukistuminenkoukistusmutkistuminennotkuminennotkuntapunnerrussärmäyssuunnanmuutostaipuminentaivuksiintaivuttaminentaivutus
Gàidhliglùbach
Galegoflexión
עבריתשכיבת סמיכה
हिन्दीनति
Magyarfekvőtámasz
Հայերենթեքում
Kurdîklîk
Latinaanfractuscurvatiocurvaturadeclinansflectensflexusinclinansinclinisinflectensinflexioplectensproclinatiopronussinuansvergensviens
Македонскисклек
ਪੰਜਾਬੀਡੰਡ
Slovenščinaskleca
ไทยคด
中文俯臥撐
繁體中文俯臥撐
Παραδείγματα
“άσκηση γυμναστικής κατά την οποία ο ασκούμενος, αφού πρώτα έρθει σε οριζόντια θέση με τεντωμένα τα πόδια και τα χέρια, στη συνέχεια κάμπτει τα χέρια του, ώστε να πλησιάσει το πρόσωπο και το στήθος στο έδαφος· στη συνέχεια τεντώνει τα χέρια για να επανέλθει στην αρχική θέση (push-up)”
“※ Δυστυχώς το ταπαιπωρημένο του κορμί αρχίζει να δείχνει σημεία κάμψης. (Έλλη Αλεξίου (1964) Ταράς Σεβτσένκο [δοκίμιο])”
“(οικονομία) ύφεση”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free