Meaning of κάμψη | Babel Free
Ορισμοί
- το αποτέλεσμα ή η επενέργεια του κάμπτω
-
το λύγισμα: especially, general
-
του σώματος ή μέλους του especially, general
-
καμπύλωση ή παραμόρφωση αντικειμένου με επίμηκες σχήμα, ως αποτέλεσμα επίδρασης κάθετων δυνάμεων ή ροπών πάνω σε αυτό especially, general
- η μείωση της δύναμης ή της έντασης με την οποία επιτελείται μια λειτουργία ή χαρακτηρίζεται μια διαδικασία, ένα γεγονός, φαινόμενο κ.ο.κ.· υποχώρηση
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“άσκηση γυμναστικής κατά την οποία ο ασκούμενος, αφού πρώτα έρθει σε οριζόντια θέση με τεντωμένα τα πόδια και τα χέρια, στη συνέχεια κάμπτει τα χέρια του, ώστε να πλησιάσει το πρόσωπο και το στήθος στο έδαφος· στη συνέχεια τεντώνει τα χέρια για να επανέλθει στην αρχική θέση (push-up)”
“※ Δυστυχώς το ταπαιπωρημένο του κορμί αρχίζει να δείχνει σημεία κάμψης. (Έλλη Αλεξίου (1964) Ταράς Σεβτσένκο [δοκίμιο])”
“(οικονομία) ύφεση”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.