Meaning of εργάσιμος | Babel Free
/eɾˈɣa.si.mos/Ορισμοί
χαρακτηρισμός για ημέρα ή ώρα ή άλλο χρονικό διάστημα κατά το οποίο εργάζεται κάποιος
Παραδείγματα
“εργάσιμη ημέρα”
working day, workday
“εργάσιμες ώρες”
working hours
“για τους υπαλλήλους των εμπορικών το Σάββατο είναι εργάσιμη ημέρα”
“εργάσιμος χρόνος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.