δωδεκαωρία
Ορισμοί
- χρονική διάρκεια δώδεκα ωρών
- παρεχόμενη αδιάλειπτη εργασία ή υπηρεσία δώδεκα ωρών ανά εικοσιτετράωρο
Ισοδύναμα
EnglishWorkday
24 more languages
Българскиделник
Catalàdia feiner
Danskarbejdsdag
Esperantolabortago
Suomityöpäivä
Galegodía solto
हिन्दीकार्यदिवस
Magyarmunkanap
Bahasa Indonesiahari kerja
Íslenskavirkur dagur
日本語労働日
Македонскиделник
Nederlandswerkdag
Portuguêsdia útil
Românăzi lucrătoare
Svenskaarbetsdag
ไทยวันทำงาน
Українськабуденний
Tiếng Việtngày công
Παραδείγματα
“η δωδεκαωρία διακρίνεται σε ημερήσια ή νυκτερινή και απαντάται συνηθέστερα σε θαλάμους επιχειρήσεων και καταστάσεις επιφυλακής”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free