Σημασία του επάρκεια | Babel Free
eˈpaɾciaΟρισμοί
- η ικανή ποσότητα αγαθών για κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών, η επαρκής ποσότητα
- η επαρκής γνώση ενός επιστημονικού ή επαγγελματικού αντικειμένου
- η επίσημη αναγνώριση (συνήθως κατόπιν εξετάσεων) ότι οι σπουδές κάποιου (στο εξωτερικό ή σε σχολές αμφισβητουμενου κύρους) κρίνονται επαρκείς -ότι αρκουν για να του δοθεί από το ελληνικό κράτος βεβαίωση ότι κατέχει τον επιστημονικό τομέα του στον απαιτούμενο βαθμό.
Ισοδύναμα
Català
suficiència
Dansk
kompetence
Deutsch
Adäquatheit
Angemessenheit
Befähigung
Brauchbarkeit
Eignung
Genüge
Hinlänglichkeit
Suffizienz
Zulänglichkeit
עברית
מסה
한국어
충족
ไทย
อิทธิ
Tagalog
katanapan
Українська
достатність
中文
充足
繁體中文
充足
Παραδείγματα
“Λόγω της επάρκειας του φαγητού, ο λιμός δεν μας επηρέασε.”
Due to the sufficiency of food, the famine did not affect us.
“επάρκεια διδασκαλίας”
teaching proficiency (teaching certificate)
“επάρκεια τροφίμων, νερού, προμηθειών κ.λπ.”
“Πρέπει να εξεταστεί η επάρκεια όλων των υποψηφίων για τα προσόντα που απαιτεί η συγκεκριμένη θέση”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free