HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

επάρκεια

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
eˈpaɾcia

Ορισμοί

  1. η ικανή ποσότητα αγαθών για κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών, η επαρκής ποσότητα
  2. η επαρκής γνώση ενός επιστημονικού ή επαγγελματικού αντικειμένου
  3. η επίσημη αναγνώριση (συνήθως κατόπιν εξετάσεων) ότι οι σπουδές κάποιου (στο εξωτερικό ή σε σχολές αμφισβητουμενου κύρους) κρίνονται επαρκείς -ότι αρκουν για να του δοθεί από το ελληνικό κράτος βεβαίωση ότι κατέχει τον επιστημονικό τομέα του στον απαιτούμενο βαθμό.

Ισοδύναμα

31 more languages
Gàidhligdìolfòghnadhleòrseis
עבריתמסה
한국어충족
Tagalogkatanapan
Українськадостатність
中文充足
繁體中文充足

Παραδείγματα

“Λόγω της επάρκειας του φαγητού, ο λιμός δεν μας επηρέασε.”

Due to the sufficiency of food, the famine did not affect us.

“επάρκεια διδασκαλίας”

teaching proficiency (teaching certificate)

“επάρκεια τροφίμων, νερού, προμηθειών κ.λπ.”
“Πρέπει να εξεταστεί η επάρκεια όλων των υποψηφίων για τα προσόντα που απαιτεί η συγκεκριμένη θέση”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη επάρκεια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free