επάρκεια
Ορισμοί
- η ικανή ποσότητα αγαθών για κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών, η επαρκής ποσότητα
- η επαρκής γνώση ενός επιστημονικού ή επαγγελματικού αντικειμένου
- η επίσημη αναγνώριση (συνήθως κατόπιν εξετάσεων) ότι οι σπουδές κάποιου (στο εξωτερικό ή σε σχολές αμφισβητουμενου κύρους) κρίνονται επαρκείς -ότι αρκουν για να του δοθεί από το ελληνικό κράτος βεβαίωση ότι κατέχει τον επιστημονικό τομέα του στον απαιτούμενο βαθμό.
Ισοδύναμα
31 more languages
Catalàsuficiència
Danskkompetence
DeutschAdäquatheitAngemessenheitBefähigungBrauchbarkeitEignungGenügeHinlänglichkeitSuffizienzZulänglichkeit
עבריתמסה
한국어충족
ไทยอิทธิ
Tagalogkatanapan
Українськадостатність
中文充足
繁體中文充足
Παραδείγματα
“Λόγω της επάρκειας του φαγητού, ο λιμός δεν μας επηρέασε.”
Due to the sufficiency of food, the famine did not affect us.
“επάρκεια διδασκαλίας”
teaching proficiency (teaching certificate)
“επάρκεια τροφίμων, νερού, προμηθειών κ.λπ.”
“Πρέπει να εξεταστεί η επάρκεια όλων των υποψηφίων για τα προσόντα που απαιτεί η συγκεκριμένη θέση”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free