HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επάρκεια | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/eˈpaɾcia/

Ορισμοί

  1. η ικανή ποσότητα αγαθών για κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών, η επαρκής ποσότητα
  2. η επαρκής γνώση ενός επιστημονικού ή επαγγελματικού αντικειμένου
  3. η επίσημη αναγνώριση (συνήθως κατόπιν εξετάσεων) ότι οι σπουδές κάποιου (στο εξωτερικό ή σε σχολές αμφισβητουμενου κύρους) κρίνονται επαρκείς -ότι αρκουν για να του δοθεί από το ελληνικό κράτος βεβαίωση ότι κατέχει τον επιστημονικό τομέα του στον απαιτούμενο βαθμό.

Ισοδύναμα

English Sufficiency

Παραδείγματα

“Λόγω της επάρκειας του φαγητού, ο λιμός δεν μας επηρέασε.”

Due to the sufficiency of food, the famine did not affect us.

“επάρκεια διδασκαλίας”

teaching proficiency (teaching certificate)

“επάρκεια τροφίμων, νερού, προμηθειών κ.λπ.”
“Πρέπει να εξεταστεί η επάρκεια όλων των υποψηφίων για τα προσόντα που απαιτεί η συγκεκριμένη θέση”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επάρκεια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course