Meaning of δραπέτης | Babel Free
/ðɾaˈpetis/Ορισμοί
- αυτός που καταφέρνει να φύγει από έναν κλειστό φρουρούμενο χώρο, μέσα στον οποίο είναι περιορισμένος· αυτός που καταφέρνει να δραπετεύσει, να αποδράσει από φυλακή, στρατόπεδο συγκέντρωσης
- ανδρικό επώνυμο
-
αυτός που καταφέρνει να ξεφύγει από ένα εχθρικό περιβάλλον figuratively
Ισοδύναμα
English
Runaway
Παραδείγματα
“Οι δραπέτες κρύφτηκαν σ’ ένα εγκαταλειμμένο σπίτι.”
The escapees hid in an abandoned house.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.