HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δραπέτης | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ðɾaˈpetis/

Ορισμοί

  1. αυτός που καταφέρνει να φύγει από έναν κλειστό φρουρούμενο χώρο, μέσα στον οποίο είναι περιορισμένος· αυτός που καταφέρνει να δραπετεύσει, να αποδράσει από φυλακή, στρατόπεδο συγκέντρωσης
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. αυτός που καταφέρνει να ξεφύγει από ένα εχθρικό περιβάλλον
    figuratively

Ισοδύναμα

English Runaway

Παραδείγματα

“Οι δραπέτες κρύφτηκαν σ’ ένα εγκαταλειμμένο σπίτι.”

The escapees hid in an abandoned house.

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δραπέτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course