Meaning of σκαστός | Babel Free
/skaˈstos/Ορισμοί
- που το έχει σκάσει, έχει φύγει (κρυφά) από κει που θα έπρεπε (υποχρεωτικά) να είναι
-
που παράγει κάποιον ήχο, σαν να σκάει κάτι figuratively
-
για λεφτά που πληρώνονται άμεσα και τοις μετρητοίς familiar
Παραδείγματα
“Επιπλέον, υπάρχουν διάφορα είδη φιλιού, το καθένα με τη δική του ξεχωριστή σημασία και λειτουργία. (…) Υπάρχουν φιλιά με ή χωρίς γλώσσα, ηχηρά ή σιωπηλά, ρουφηχτά ή πιπιλιστά, παρατεταμένα ή σκαστά, υγρά ή ξηρά. (*)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.